G8679 — 5 wystąpień
G8679 · πειρατήριον (peiratērion) · a band of marauders — 1. φόνια πειρατήρια the murderous ordeal , (Euripides) ; 2. a pirate's nest , (Strabo Geographus) ; from πειρα_τής (ML) [STEPBible CC BY]
Rdz 1Hi 3Ps 1
-
Rdz 49,19
LXX · N.NSN
Γαδ πειρατήριον πειρατεύσει αὐτόν αὐτὸς δὲ πειρατεύσει αὐτῶν κατὰ πόδας -
Hi 7,1
LXX · N.NSN
πότερον οὐχὶ πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ -
Hi 10,17
LXX · N.APN
ἐπανακαινίζων ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ἔτασίν μου ὀργῇ δὲ μεγάλῃ μοι ἐχρήσω ἐπήγαγες δὲ ἐπ᾿ ἐμὲ πειρατήρια -
Hi 19,12
LXX · N.NPN
ὁμοθυμαδὸν δὲ ἦλθον τὰ πειρατήρια αὐτοῦ ἐπ᾿ ἐμοὶ ταῖς ὁδοῖς μου ἐκύκλωσάν με ἐγκάθετοι -
Ps 18,30
LXX · N.GSN
ὅτι ἐν σοὶ ῥυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου καὶ ἐν τῷ θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)