G8654 — 6 wystąpień
G8654 · παροδεύω (parodeuō) · to travel by — 1. to pass by , (Theocritus Poeta Bucolicus) ; 2. with accusative to go past , (Lucian) (ML) [STEPBible CC BY]
Mdr 5Ez 1
-
Mdr 1,8
LXX · V.FAI3S
διὰ τοῦτο φθεγγόμενος ἄδικα οὐδεὶς μὴ λάθῃ οὐδὲ μὴ παροδεύσῃ αὐτὸν ἐλέγχουσα ἡ δίκη -
Mdr 2,7
LXX · V.AAD3S
οἴνου πολυτελοῦς καὶ μύρων πλησθῶμεν καὶ μὴ παροδευσάτω ἡμᾶς ἄνθος ἔαρος -
Mdr 5,14
LXX · V.AAI3S
ὅτι ἐλπὶς ἀσεβοῦς ὡς φερόμενος χνοῦς ὑπὸ ἀνέμου καὶ ὡς πάχνη ὑπὸ λαίλαπος διωχθεῖσα λεπτὴ καὶ ὡς καπνὸς ὑπὸ ἀνέμου διεχύθη καὶ ὡς μνεία καταλύτου μονοημέρου παρώδευσεν -
Mdr 6,22
LXX · V.FAI1S
τί δέ ἐστιν σοφία καὶ πῶς ἐγένετο ἀπαγγελῶ καὶ οὐκ ἀποκρύψω ὑμῖν μυστήρια ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀρχῆς γενέσεως ἐξιχνιάσω καὶ θήσω εἰς τὸ ἐμφανὲς τὴν γνῶσιν αὐτῆς καὶ οὐ μὴ παροδεύσω τὴν ἀλήθειαν -
Mdr 10,8
LXX · V.AAPNPM
σοφίαν γὰρ παροδεύσαντες οὐ μόνον ἐβλάβησαν τοῦ μὴ γνῶναι τὰ καλά ἀλλὰ καὶ τῆς ἀφροσύνης ἀπέλιπον τῷ βίῳ μνημόσυνον ἵνα ἐν οἷς ἐσφάλησαν μηδὲ λαθεῖν δυνηθῶσιν -
Ez 36,34
LXX · V.PAPGSM
καὶ ἡ γῆ ἡ ἠφανισμένη ἐργασθήσεται ἀνθ᾿ ὧν ὅτι ἠφανισμένη ἐγενήθη κατ᾿ ὀφθαλμοὺς παντὸς παροδεύοντος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)