G8635 — 3 wystąpień
G8635 · παραρρίπτω (pararriptō) · to throw aside — to throw beside : metaphorically to run the risk of doing a thing, with participle , π. λαμβάνων (Sophocles Tragicus): to throw aside, reject , [ variant dates Anthology Palantina (ML) [STEPBible CC BY]
1 Sm 12 Mch 1Ps 1
-
1 Sm 2,36
LXX · V.AAD2S
καὶ ἔσται ὁ περισσεύων ἐν οἴκῳ σου ἥξει προσκυνεῖν αὐτῷ ὀβολοῦ ἀργυρίου λέγων παράρριψόν με ἐπὶ μίαν τῶν ἱερατειῶν σου φαγεῖν ἄρτον -
2 Mch 1,16
LXX · V.AAI3P
ἀνοίξαντες τὴν τοῦ φατνώματος κρυπτὴν θύραν βάλλοντες πέτρους συνεκεραύνωσαν τὸν ἡγεμόνα καὶ μέλη ποιήσαντες καὶ τὰς κεφαλὰς ἀφελόντες τοῖς ἔξω παρέρριψαν -
Ps 84,11
LXX · V.AMN
ὅτι κρείσσων ἡμέρα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σου ὑπὲρ χιλιάδας ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ θεοῦ μᾶλλον ἢ οἰκεῖν ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)