G8609 — 2 wystąpień
G8609 · παραδρομή (paradromē) · a passing by — a running beside or over, traversing , (Plutarch); ἐν παραδρομῇ cursorily , (Aristotle Philosopher) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Pnp 1
-
2 Mch 3,28
LXX · N.GSF
τὸν ἄρτι μετὰ πολλῆς παραδρομῆς καὶ πάσης δορυφορίας εἰς τὸ προειρημένον εἰσελθόντα γαζοφυλάκιον ἔφερον ἀβοήθητον ἑαυτῷ καθεστῶτα φανερῶς τὴν τοῦ θεοῦ δυναστείαν ἐπεγνωκότες -
Pnp 7,6
LXX · N.DPF
κεφαλή σου ἐπὶ σὲ ὡς Κάρμηλος καὶ πλόκιον κεφαλῆς σου ὡς πορφύρα βασιλεὺς δεδεμένος ἐν παραδρομαῖς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)