G8602 — 4 wystąpień
G8602 · παραβλέπω (parablepō) · to look over — 1. to look aside, take a side look , (Aristophanes Comicus); π. θατέρῳ (i.e. ὀφθαλμῷ); to look suspiciously with one eye, (Aristophanes Comicus) ; 2. to see wrong , (Lucian) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 2Pnp 1Syr 1
-
Hi 20,9
LXX · V.AAI3S
ὀφθαλμὸς παρέβλεψεν καὶ οὐ προσθήσει καὶ οὐκέτι προσνοήσει αὐτὸν ὁ τόπος αὐτοῦ -
Hi 28,7
LXX · V.AAI3S
τρίβος οὐκ ἔγνω αὐτὴν πετεινόν καὶ οὐ παρέβλεψεν αὐτὴν ὀφθαλμὸς γυπός -
Pnp 1,6
LXX · V.AAI3S
μὴ βλέψητέ με ὅτι ἐγώ εἰμι μεμελανωμένη ὅτι παρέβλεψέν με ὁ ἥλιος υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί ἔθεντό με φυλάκισσαν ἐν ἀμπελῶσιν ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα -
Syr 38,9
LXX · V.PAD2S
τέκνον ἐν ἀρρωστήματί σου μὴ παράβλεπε ἀλλ᾿ εὖξαι κυρίῳ καὶ αὐτὸς ἰάσεταί σε
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)