G8593 — 1 wystąpień
G8593 · πανδημεί (pandēmei) · in full assembly — with the whole people, in a mass or body , (Herdotus Historicus); π. βοηθεῖν, στρατεύειν, of a whole people going out to war, a levee en masse , (Thucydides) (ML) [STEPBible CC BY]
Pwt 1
-
Pwt 13,17
LXX · D
καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς συνάξεις εἰς τὰς διόδους αὐτῆς καὶ ἐμπρήσεις τὴν πόλιν ἐν πυρὶ καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς πανδημεὶ ἐναντίον κυρίου τοῦ θεοῦ σου καὶ ἔσται ἀοίκητος εἰς τὸν αἰῶνα οὐκ ἀνοικοδομηθήσεται ἔτι
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)