G8591 — 2 wystąpień
G8591 · πάλλω (pallō) · to agitate — 1. to poise or sway a missile before it is thrown, (Euripides) ; 2. to sway other arms, not missiles, σάκος (Hesiod); πέλτας (Euripides):—;then, to toss a child, (Iliad by Homer); Νὺξ ὄχημm ἔπαλλεν she drave it furiously , (Euripides) ; 3.… [STEPBible CC BY]
Ezd 2
-
Ezd 9,3
LXX · V.IMI1S
καὶ ὡς ἤκουσα τὸν λόγον τοῦτον διέρρηξα τὰ ἱμάτιά μου καὶ ἐπαλλόμην καὶ ἔτιλλον ἀπὸ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς μου καὶ ἀπὸ τοῦ πώγωνός μου καὶ ἐκαθήμην ἠρεμάζων -
Ezd 9,5
LXX · V.IMI1S
καὶ ἐν θυσίᾳ τῇ ἑσπερινῇ ἀνέστην ἀπὸ ταπεινώσεώς μου καὶ ἐν τῷ διαρρῆξαί με τὰ ἱμάτιά μου καὶ ἐπαλλόμην καὶ κλίνω ἐπὶ τὰ γόνατά μου καὶ ἐκπετάζω τὰς χεῖράς μου πρὸς κύριον τὸν θεὸν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)