G8539 — 1 wystąpień
G8539 · ὁπλοφόρος (hoplophoros) · an armor-bearer — 1. bearing arms: a warrior, soldier , (Euripides) ; 2. = δορυφόρος, (Xenophon Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Krn 1
-
2 Krn 14,7
LXX · A.GPM
καὶ ἐγένετο τῷ Ασα δύναμις ὁπλοφόρων αἰρόντων θυρεοὺς καὶ δόρατα ἐν γῇ Ιουδα τριακόσιαι χιλιάδες καὶ ἐν γῇ Βενιαμιν πελτασταὶ καὶ τοξόται διακόσιαι καὶ πεντήκοντα χιλιάδες πάντες οὗτοι πολεμισταὶ δυνάμεως
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)