G8518 — 1 wystąpień
G8518 · ὄνησις (onēsis) · profitable — use, profit, advantage, good luck , (Odyssey by Homer):—;with genitive rei, enjoyment of a thing, profit or delight from it, (Aeschulus Tragicus), etc.; so, ὄν. εὑρεῖν ἀπό τινος (Sophocles Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Za 1
-
Za 8,10
LXX · N.ASF
διότι πρὸ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ μισθὸς τῶν ἀνθρώπων οὐκ ἔσται εἰς ὄνησιν καὶ ὁ μισθὸς τῶν κτηνῶν οὐχ ὑπάρξει καὶ τῷ ἐκπορευομένῳ καὶ τῷ εἰσπορευομένῳ οὐκ ἔσται εἰρήνη ἀπὸ τῆς θλίψεως καὶ ἐξαποστελῶ πάντας τοὺς ἀνθρώπους ἕκαστον ἐπὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)