G8512 — 2 wystąpień
G8512 · ὅμορος (homoros) · adjoining — 1. having the same borders with, marching with, bordering on , τοῖσι Δωριεῦσι, τῇ Λιβύῃ (Herdotus Historicus); absolute bordering , (Thucydides); πόλεμος ὅμορος a border war, (Demosthenes Orator) ; 2. metaphorically bordering on, closely r… [STEPBible CC BY]
Lb 12 Krn 1
-
Lb 35,5
LXX · A.APN
καὶ μετρήσεις ἔξω τῆς πόλεως τὸ κλίτος τὸ πρὸς ἀνατολὰς δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς λίβα δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς θάλασσαν δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς βορρᾶν δισχιλίους πήχεις καὶ ἡ πόλις μέσον τούτου ἔσται ὑμῖν καὶ τὰ ὅμορα τῶν πόλεων -
2 Krn 21,16
LXX · A.APM
καὶ ἐπήγειρεν κύριος ἐπὶ Ιωραμ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ τοὺς Ἄραβας καὶ τοὺς ὁμόρους τῶν Αἰθιόπων
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)