G8502 — 3 wystąpień
G8502 · ὁμαλίζω (homalizō) · to level — 1. to make even or level , (Xenophon Historicus) ; 2. to level, equalise , (Aristotle Philosopher) (ML) [STEPBible CC BY]
Syr 1Iz 2
-
Syr 21,10
LXX · V.XMPNSF
ὁδὸς ἁμαρτωλῶν ὡμαλισμένη ἐκ λίθων καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων αὐτῆς βόθρος ᾅδου -
Iz 28,25
LXX · V.AAS3S
οὐχ ὅταν ὁμαλίσῃ αὐτῆς τὸ πρόσωπον τότε σπείρει μικρὸν μελάνθιον καὶ κύμινον καὶ πάλιν σπείρει πυρὸν καὶ κριθὴν καὶ ζέαν ἐν τοῖς ὁρίοις σου -
Iz 45,2
LXX · V.FAI1S
ἐγὼ ἔμπροσθέν σου πορεύσομαι καὶ ὄρη ὁμαλιῶ θύρας χαλκᾶς συντρίψω καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συγκλάσω
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)