G850 — 1 wystąpień
G850 · αὐχμηρός (auchmēros) · dingy — αὐχμηρός , -ά, -όν; (αὐχμός, drought); ; __1. dry ; __2. squalid, dismal : 2Pe.1:19 (MM, see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 P 1
-
2 P 1,19
SBLGNT · ----DSM-
καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον, ᾧ καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν·
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)