G8481 — 3 wystąpień
G8481 · ὀλέκω (olekō) · to destroy — epic imperfect ὄλεκον, ionic ὀλέκεσκον, like ὄλλυμι, to ruin, destroy, kill , (Homer) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 3
-
Hi 10,16
LXX · V.PAI2S
ἀγρεύομαι γὰρ ὥσπερ λέων εἰς σφαγήν πάλιν δὲ μεταβαλὼν δεινῶς με ὀλέκεις -
Hi 17,1
LXX · V.PMI1S
ὀλέκομαι πνεύματι φερόμενος δέομαι δὲ ταφῆς καὶ οὐ τυγχάνω -
Hi 32,18
LXX · V.PAI3S
πάλιν λαλήσω πλήρης γάρ εἰμι ῥημάτων ὀλέκει γάρ με τὸ πνεῦμα τῆς γαστρός
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)