G8457 — 3 wystąpień
G8457 · οἰκόπεδον (oikopedon) · an area — 1. the site of a house , (Xenophon Historicus), etc. ; 2. the house itself, a building , (Thucydides) (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 2Syr 1
-
Ps 102,7
LXX · N.DSN
ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ -
Ps 109,10
LXX · A.GPM
σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἐπαιτησάτωσαν ἐκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν -
Syr 49,13
LXX · N.APN
καὶ Νεεμιου ἐπὶ πολὺ τὸ μνημόσυνον τοῦ ἐγείραντος ἡμῖν τείχη πεπτωκότα καὶ στήσαντος πύλας καὶ μοχλοὺς καὶ ἀνεγείραντος τὰ οἰκόπεδα ἡμῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)