G8412 — 6 wystąpień
G8412 · νυκτερινός (nukterinos) · nightly — by night, nightly , Lat. nocturnus , (Aristophanes Comicus); ν. γενέσθαι to happen by night , (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 4Ps 1Prz 1
-
Hi 4,13
LXX · A.NSF
φόβοι δὲ καὶ ἠχὼ νυκτερινή ἐπιπίπτων φόβος ἐπ᾿ ἀνθρώπους -
Hi 20,8
LXX · A.NSN
ὥσπερ ἐνύπνιον ἐκπετασθὲν οὐ μὴ εὑρεθῇ ἔπτη δὲ ὥσπερ φάσμα νυκτερινόν -
Hi 33,15
LXX · A.DSF
ἢ ἐν μελέτῃ νυκτερινῇ ὡς ὅταν ἐπιπίπτῃ δεινὸς φόβος ἐπ᾿ ἀνθρώπους ἐπὶ νυσταγμάτων ἐπὶ κοίτης -
Hi 35,10
LXX · A.GSF
καὶ οὐκ εἶπεν ποῦ ἐστιν ὁ θεὸς ὁ ποιήσας με ὁ κατατάσσων φυλακὰς νυκτερινάς -
Ps 91,5
LXX · A.GSM
οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας -
Prz 7,9
LXX · A.NSF
καὶ λαλοῦντα ἐν σκότει ἑσπερινῷ ἡνίκα ἂν ἡσυχία νυκτερινὴ ᾖ καὶ γνοφώδης
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)