G8378 — 2 wystąpień
G8378 · ναυτικός (nautikos) · mariner — 1. seafaring, naval , ὁ ν. στρατός opposite to ὁ πεζός, (Herdotus Historicus); ν. λεώς (Aeschulus Tragicus); στόλος (Sophocles Tragicus); ν. ἐρείπια wrecks of ships , (Aeschulus Tragicus); ν. ἀναρχία among the seamen , (Euripides):—; τὸ να… [STEPBible CC BY]
1 Krl 1Jon 1
-
1 Krl 9,27
LXX · A.APM
καὶ ἀπέστειλεν Χιραμ ἐν τῇ νηὶ τῶν παίδων αὐτοῦ ἄνδρας ναυτικοὺς ἐλαύνειν εἰδότας θάλασσαν μετὰ τῶν παίδων Σαλωμων -
Jon 1,5
LXX · A.NPM
καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ναυτικοὶ καὶ ἀνεβόων ἕκαστος πρὸς τὸν θεὸν αὐτῶν καὶ ἐκβολὴν ἐποιήσαντο τῶν σκευῶν τῶν ἐν τῷ πλοίῳ εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ κουφισθῆναι ἀπ᾿ αὐτῶν Ιωνας δὲ κατέβη εἰς τὴν κοίλην τοῦ πλοίου καὶ ἐκάθευδεν καὶ ἔρρεγχεν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)