G8358 — 4 wystąpień
G8358 · μύλη (mulē) · a molar tooth — 1. Lat. mola , a mill, a handmill turned by women, (Odyssey by Homer) ; 2. the nether millstone , (Aristophanes Comicus); the upper being ὄνος, (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 1Ps 1Prz 1Jl 1
-
Hi 29,17
LXX · N.APF
συνέτριψα δὲ μύλας ἀδίκων ἐκ δὲ μέσου τῶν ὀδόντων αὐτῶν ἅρπαγμα ἐξέσπασα -
Ps 58,7
LXX · N.APF
ὁ θεὸς συνέτριψεν τοὺς ὀδόντας αὐτῶν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν τὰς μύλας τῶν λεόντων συνέθλασεν κύριος -
Prz 30,14
LXX · N.APF
ἔκγονον κακὸν μαχαίρας τοὺς ὀδόντας ἔχει καὶ τὰς μύλας τομίδας ὥστε ἀναλίσκειν καὶ κατεσθίειν τοὺς ταπεινοὺς ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τοὺς πένητας αὐτῶν ἐξ ἀνθρώπων -
Jl 1,6
LXX · N.NPF
ὅτι ἔθνος ἀνέβη ἐπὶ τὴν γῆν μου ἰσχυρὸν καὶ ἀναρίθμητον οἱ ὀδόντες αὐτοῦ ὀδόντες λέοντος καὶ αἱ μύλαι αὐτοῦ σκύμνου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)