G8320 — 4 wystąpień
G8320 · μηνίω (mēniō) · be infuriated — to be wroth with another, vent one's wrath on him, with dative pers., (Iliad by Homer); with genitive rei, ἱρῶν μηνίσας wrathful because of sacred rites, (Iliad by Homer); πατρὶ μηνίσας φόνου (Sophocles Tragicus); absolute to be wrathful ,… [STEPBible CC BY]
Kpł 1Ps 1Syr 1Jr 1
-
Kpł 19,18
LXX · V.FAI2S
καὶ οὐκ ἐκδικᾶταί σου ἡ χείρ καὶ οὐ μηνιεῖς τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ σου καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν ἐγώ εἰμι κύριος -
Ps 103,9
LXX · V.FAI3S
οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ -
Syr 28,7
LXX · V.AAS2S
μνήσθητι ἐντολῶν καὶ μὴ μηνίσῃς τῷ πλησίον καὶ διαθήκην ὑψίστου καὶ πάριδε ἄγνοιαν -
Jr 3,12
LXX · V.FAI1S
πορεύου καὶ ἀνάγνωθι τοὺς λόγους τούτους πρὸς βορρᾶν καὶ ἐρεῖς ἐπιστράφητι πρός με ἡ κατοικία τοῦ Ισραηλ λέγει κύριος καὶ οὐ στηριῶ τὸ πρόσωπόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς ὅτι ἐλεήμων ἐγώ εἰμι λέγει κύριος καὶ οὐ μηνιῶ ὑμῖν εἰς τὸν αἰῶνα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)