G8301 — 2 wystąpień
G8301 · μετανίστημι (metanistēmi) · to change residence — 1. to remove one from his country , (Polybius Historicus) ; 2. Pass. with aorist2 et perfect active to move off and go elsewhere, to migrate , (Herdotus Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Sm 1Ps 1
-
2 Sm 15,20
LXX · V.FAI2S
εἰ ἐχθὲς παραγέγονας καὶ σήμερον κινήσω σε μεθ᾿ ἡμῶν καί γε μεταναστήσεις τὸν τόπον σου ἐχθὲς ἡ ἐξέλευσίς σου καὶ σήμερον μετακινήσω σε μεθ᾿ ἡμῶν τοῦ πορευθῆναι καὶ ἐγὼ πορεύσομαι οὗ ἂν ἐγὼ πορευθῶ ἐπιστρέφου καὶ ἐπίστρεψον τοὺς ἀδελφούς σου μετὰ σοῦ καὶ κύριος ποιήσει μετὰ σοῦ ἔλεος καὶ ἀλήθειαν -
Ps 109,10
LXX · V.AAD3P
σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἐπαιτησάτωσαν ἐκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)