G8297 — 3 wystąpień
G8297 · μεταλλεύω (metalleuō) · to mine — 1. to get by mining :—;Pass. to be got by mining , of metals, (Plato Philosophus), etc. ; 2. generally, to explore , [ variant dates Anthology Palantina (ML) [STEPBible CC BY]
Pwt 1Mdr 2
-
Pwt 8,9
LXX · V.FAI2S
γῆ ἐφ᾿ ἧς οὐ μετὰ πτωχείας φάγῃ τὸν ἄρτον σου καὶ οὐκ ἐνδεηθήσῃ οὐδὲν ἐπ᾿ αὐτῆς γῆ ἧς οἱ λίθοι σίδηρος καὶ ἐκ τῶν ὀρέων αὐτῆς μεταλλεύσεις χαλκόν -
Mdr 4,12
LXX · V.PAI3S
βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά καὶ ῥεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον -
Mdr 16,25
LXX · V.PMPNSF
διὰ τοῦτο καὶ τότε εἰς πάντα μεταλλευομένη τῇ παντοτρόφῳ σου δωρεᾷ ὑπηρέτει πρὸς τὴν τῶν δεομένων θέλησιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)