G8205 — 2 wystąpień
G8205 · λιτανεύω (litaneuō) · to implore — to pray, entreat , especially for protection, either absolute or with accusative pers., (Homer); that by which one prays in genitive , γούνων λιτανεύειν (Odyssey by Homer); also, γούνων ἁψάμενοι λιτανεύσομεν (epic for -ωμεν); (Iliad by Hom… [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Ps 1
-
2 Mch 14,15
LXX · V.IAI3P
ἀκούσαντες δὲ τὴν τοῦ Νικάνορος ἔφοδον καὶ τὴν ἐπίθεσιν τῶν ἐθνῶν καταπασάμενοι γῆν ἐλιτάνευον τὸν ἄχρι αἰῶνος συστήσαντα τὸν αὑτοῦ λαόν ἀεὶ δὲ μετ᾿ ἐπιφανείας ἀντιλαμβανόμενον τῆς ἑαυτοῦ μερίδος -
Ps 45,13
LXX · V.FAI3P
καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ θυγατέρες Τύρου ἐν δώροις τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)