G8160 — 4 wystąpień
G8160 · λαμπτήρ (lamptēr) · a torch — 1. a stand or grate for pine and other wood used for lighting rooms , (Odyssey by Homer); ὧ χαῖρε, λ. νυκτός thou that lightest up the night, of the beacon-fire, (Aeschulus Tragicus); ἕσπεροι λαμπτῆρες the evening watch-fires , (Sophocles … [STEPBible CC BY]
Prz 4
-
Prz 16,28
LXX · N.ASM
ἀνὴρ σκολιὸς διαπέμπεται κακὰ καὶ λαμπτῆρα δόλου πυρσεύει κακοῖς καὶ διαχωρίζει φίλους -
Prz 20,9
LXX · N.NSM
τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν ἢ τίς παρρησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν κακολογοῦντος πατέρα ἢ μητέρα σβεσθήσεται λαμπτήρ αἱ δὲ κόραι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὄψονται σκότος μερὶς ἐπισπουδαζομένη ἐν πρώτοις ἐν τοῖς τελευταίοις οὐκ εὐλογηθήσεται μὴ εἴπῃς τείσομαι τὸν ἐχθρόν ἀλλὰ ὑπόμεινον τὸν κύριον ἵνα σοι βοηθήσῃ -
Prz 21,4
LXX · N.NSM
μεγαλόφρων ἐφ᾿ ὕβρει θρασυκάρδιος λαμπτὴρ δὲ ἀσεβῶν ἁμαρτία -
Prz 24,20
LXX · N.NSM
οὐ γὰρ μὴ γένηται ἔκγονα πονηρῶν λαμπτὴρ δὲ ἀσεβῶν σβεσθήσεται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)