G8124 — 1 wystąpień
G8124 · κυνηγέω (kunēgeō) · to hunt with hounds — to hunt, chase , later form of κυνηγετέω, (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Rdz 1
-
Rdz 25,27
LXX · V.PAN
ηὐξήθησαν δὲ οἱ νεανίσκοι καὶ ἦν Ησαυ ἄνθρωπος εἰδὼς κυνηγεῖν ἄγροικος Ιακωβ δὲ ἦν ἄνθρωπος ἄπλαστος οἰκῶν οἰκίαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)