G8114 — 3 wystąpień
G8114 · κυβερνάω (kubernaō) · to devise — 1. Lat. gubernare , to steer, (Odyssey by Homer), etc.: absolute to act as pilot or helmsman , (Aristophanes Comicus) ; 2. metaphorically to guide, govern , (Pindar) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 1Mdr 2
-
Prz 12,5
LXX · V.PAI3P
λογισμοὶ δικαίων κρίματα κυβερνῶσιν δὲ ἀσεβεῖς δόλους -
Mdr 10,4
LXX · V.AAPNSF
δι᾿ ὃν κατακλυζομένην γῆν πάλιν ἔσωσεν σοφία δι᾿ εὐτελοῦς ξύλου τὸν δίκαιον κυβερνήσασα -
Mdr 14,6
LXX · V.APPNSF
καὶ ἀρχῆς γὰρ ἀπολλυμένων ὑπερηφάνων γιγάντων ἡ ἐλπὶς τοῦ κόσμου ἐπὶ σχεδίας καταφυγοῦσα ἀπέλιπεν αἰῶνι σπέρμα γενέσεως τῇ σῇ κυβερνηθεῖσα χειρί
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)