G8092 — 3 wystąpień
G8092 · κρεμαστός (kremastos) · hanging — hung, hung up, hanging , κρ. αὐχένος hung by the neck, (Sophocles Tragicus); with genitive , also, hung from or on a thing, (Euripides): —; κρεμαστὴ ἀρτάνη, i. e. a halter, (Sophocles Tragicus); so, βρόχοι κρ. (Euripides) (ML) [STEPBible CC BY]
Sdz 11 Krl 2
-
Sdz 6,2
LXX · A.APN
καὶ ἴσχυσεν χεὶρ Μαδιαμ ἐπὶ Ισραηλ καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς οἱ υἱοὶ Ισραηλ ἀπὸ προσώπου Μαδιαμ τὰς τρυμαλιὰς τὰς ἐν τοῖς ὄρεσιν καὶ τὰ σπήλαια καὶ τὰ κρεμαστά -
1 Krl 7,6
LXX · A.ASN
καὶ ἔργον κρεμαστόν δύο στίχοι ῥοῶν χαλκῶν δεδικτυωμένοι ἔργον κρεμαστόν στίχος ἐπὶ στίχον καὶ οὕτως ἐποίησεν τῷ ἐπιθέματι τῷ δευτέρῳ -
1 Krl 7,6
LXX · A.ASN
καὶ ἔργον κρεμαστόν δύο στίχοι ῥοῶν χαλκῶν δεδικτυωμένοι ἔργον κρεμαστόν στίχος ἐπὶ στίχον καὶ οὕτως ἐποίησεν τῷ ἐπιθέματι τῷ δευτέρῳ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)