G8083 — 3 wystąpień
G8083 · κραιπαλάω (kraipalaō) · be dizzy from wine — only in present , to have a sick head-ache , consequent upon a debauch, (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 1Iz 2
-
Ps 78,65
LXX · V.XAPNSM
καὶ ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν κύριος ὡς δυνατὸς κεκραιπαληκὼς ἐξ οἴνου -
Iz 24,20
LXX · V.PAPNSM
ἔκλινεν καὶ σεισθήσεται ὡς ὀπωροφυλάκιον ἡ γῆ ὡς ὁ μεθύων καὶ κραιπαλῶν καὶ πεσεῖται καὶ οὐ μὴ δύνηται ἀναστῆναι κατίσχυσεν γὰρ ἐπ᾿ αὐτῆς ἡ ἀνομία -
Iz 29,9
LXX · V.AAI2P
ἐκλύθητε καὶ ἔκστητε καὶ κραιπαλήσατε οὐκ ἀπὸ σικερα οὐδὲ ἀπὸ οἴνου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)