G8074 — 2 wystąpień
G8074 · κορώνη (korōnē) · a crowbar — 1. Lat. cornix , the chough or sea-crow , a small kind with red legs and bill, (Odyssey by Homer) ; 2. = κόραξ, the carrion-crow , (Hesiod) ; 3. anything hooked or curved , like a crow's bill, ; 4. the handle on a door , (Odyssey by Homer)… [STEPBible CC BY]
Jr 1Ba 1
-
Jr 3,2
LXX · N.NSF
ἆρον εἰς εὐθεῖαν τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδέ ποῦ οὐχὶ ἐξεφύρθης ἐπὶ ταῖς ὁδοῖς ἐκάθισας αὐτοῖς ὡσεὶ κορώνη ἐρημουμένη καὶ ἐμίανας τὴν γῆν ἐν ταῖς πορνείαις σου καὶ ἐν ταῖς κακίαις σου -
Ba 6,53
LXX · N.NPF
κρίσιν τε οὐ μὴ διακρίνωσιν αὐτῶν οὐδὲ μὴ ῥύσωνται ἀδικούμενον ἀδύνατοι ὄντες ὥσπερ γὰρ κορῶναι ἀνὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)