G8050 — 4 wystąpień
G8050 · κολάπτω (kolaptō) · to chisel — 1. of birds, to peck at , [ Refs 2nd c.AD , variant dates Anthology Palantina :—;of Pegasus, to strike the ground with his hoof, [ variant dates Anthology Palantina ; 2. to carve or chisel , [ variant dates Anthology Palantina (ML) [STEPBible CC BY]
Wj 11 Krl 2Syr 1
-
Wj 32,16
LXX · V.XPPNSF
καὶ αἱ πλάκες ἔργον θεοῦ ἦσαν καὶ ἡ γραφὴ γραφὴ θεοῦ ἐστιν κεκολαμμένη ἐν ταῖς πλαξίν -
1 Krl 7,46
LXX · V.XMPAPN
πάντα ταῦτα ἐκ λίθων τιμίων κεκολαμμένα ἐκ διαστήματος ἔσωθεν καὶ ἐκ τοῦ θεμελίου ἕως τῶν γεισῶν καὶ ἔξωθεν εἰς τὴν αὐλὴν τὴν μεγάλην -
1 Krl 7,49
LXX · V.XMPGSF
τῆς αὐλῆς τῆς μεγάλης κύκλῳ τρεῖς στίχοι ἀπελεκήτων καὶ στίχος κεκολαμμένης κέδρου -
Syr 45,11
LXX · V.XMPDSF
λίθοις πολυτελέσιν γλύμματος σφραγῖδος ἐν δέσει χρυσίου ἔργῳ λιθουργοῦ εἰς μνημόσυνον ἐν γραφῇ κεκολαμμένῃ κατ᾿ ἀριθμὸν φυλῶν Ισραηλ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)