G8030 — 3 wystąpień
G8030 · κλών (klōn) · a branch — a twig, spray , (Sophocles Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 2Mdr 1
-
Hi 18,13
LXX · N.NPM
βρωθείησαν αὐτοῦ κλῶνες ποδῶν κατέδεται δὲ τὰ ὡραῖα αὐτοῦ θάνατος -
Hi 40,22
LXX · N.NPM
σκιάζονται δὲ ἐν αὐτῷ δένδρα μεγάλα σὺν ῥαδάμνοις καὶ κλῶνες ἄγνου -
Mdr 4,5
LXX · N.NPM
περικλασθήσονται κλῶνες ἀτέλεστοι καὶ ὁ καρπὸς αὐτῶν ἄχρηστος ἄωρος εἰς βρῶσιν καὶ εἰς οὐθὲν ἐπιτήδειος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)