G8009 — 4 wystąpień
G8009 · κίβδηλος (kibdēlos) · commingled — 1. adulterated, spurious, base , of coin, (Theognis Elegiacus) ; 2. metaphorically base, false, spurious, fraudulent , of men, (Theognis Elegiacus); of oracles, deceitful , (Herdotus Historicus); ἐν κιβδήλῳ (Euripides) ; from κίβδος (ML) [STEPBible CC BY]
Kpł 1Pwt 1Mdr 2
-
Kpł 19,19
LXX · A.ASN
τὸν νόμον μου φυλάξεσθε τὰ κτήνη σου οὐ κατοχεύσεις ἑτεροζύγῳ καὶ τὸν ἀμπελῶνά σου οὐ κατασπερεῖς διάφορον καὶ ἱμάτιον ἐκ δύο ὑφασμένον κίβδηλον οὐκ ἐπιβαλεῖς σεαυτῷ -
Pwt 22,11
LXX · A.ASM
οὐκ ἐνδύσῃ κίβδηλον ἔρια καὶ λίνον ἐν τῷ αὐτῷ -
Mdr 2,16
LXX · A.ASN
εἰς κίβδηλον ἐλογίσθημεν αὐτῷ καὶ ἀπέχεται τῶν ὁδῶν ἡμῶν ὡς ἀπὸ ἀκαθαρσιῶν μακαρίζει ἔσχατα δικαίων καὶ ἀλαζονεύεται πατέρα θεόν -
Mdr 15,9
LXX · A.APN
ἀλλ᾿ ἔστιν αὐτῷ φροντὶς οὐχ ὅτι μέλλει κάμνειν οὐδ᾿ ὅτι βραχυτελῆ βίον ἔχει ἀλλ᾿ ἀντερείδεται μὲν χρυσουργοῖς καὶ ἀργυροχόοις χαλκοπλάστας τε μιμεῖται καὶ δόξαν ἡγεῖται ὅτι κίβδηλα πλάσσει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)