G7939 — 4 wystąpień
G7939 · κατατρίβω (katatribō) · to wear away — 1. to rub down or away; hence, ; 2. of clothes, to wear out , (Theognis Elegiacus) ; 3. of persons, to wear out, exhaust , (Thucydides): —;Pass. to be quite worn out , (Aristophanes Comicus) ; 4. of Time, to wear it away, get rid of it , L… [STEPBible CC BY]
Pwt 2Prz 1Dn 1
-
Pwt 8,4
LXX · V.API3S
τὰ ἱμάτιά σου οὐ κατετρίβη ἀπὸ σοῦ οἱ πόδες σου οὐκ ἐτυλώθησαν ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη -
Pwt 29,4
LXX · V.API3S
καὶ ἤγαγεν ὑμᾶς τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ ἐρήμῳ οὐκ ἐπαλαιώθη τὰ ἱμάτια ὑμῶν καὶ τὰ ὑποδήματα ὑμῶν οὐ κατετρίβη ἀπὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν -
Prz 5,11
LXX · V.APS3P
καὶ μεταμεληθήσῃ ἐπ᾿ ἐσχάτων ἡνίκα ἂν κατατριβῶσιν σάρκες σώματός σου -
Dn 7,25
LXX · V.FAI3S
καὶ ῥήματα εἰς τὸν ὕψιστον λαλήσει καὶ τοὺς ἁγίους τοῦ ὑψίστου κατατρίψει καὶ προσδέξεται ἀλλοιῶσαι καιροὺς καὶ νόμον καὶ παραδοθήσεται πάντα εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἕως καιροῦ καὶ καιρῶν καὶ ἕως ἡμίσους καιροῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)