G7937 — 1 wystąpień
G7937 · κατατήκω (katatēkō) · to dissolve — 1. transitive to melt away, to make to fall away , (Herdotus Historicus) ; 2. Pass., with perfect active κατατέτηκα, to melt or be melting away , (Odyssey by Homer), attic (ML) [STEPBible CC BY]
Mi 1
-
Mi 4,13
LXX · V.FAI2S
ἀνάστηθι καὶ ἀλόα αὐτούς θύγατερ Σιων ὅτι τὰ κέρατά σου θήσομαι σιδηρᾶ καὶ τὰς ὁπλάς σου θήσομαι χαλκᾶς καὶ κατατήξεις ἐν αὐτοῖς ἔθνη καὶ λεπτυνεῖς λαοὺς πολλοὺς καὶ ἀναθήσεις τῷ κυρίῳ τὸ πλῆθος αὐτῶν καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν τῷ κυρίῳ πάσης τῆς γῆς
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)