G7935 — 4 wystąpień
G7935 · κατατέμνω (katatemnō) · to mutilate — 1. to cut in pieces, cut up , (Herdotus Historicus), etc.: so in Mid., (Euripides):—; Pass., τελαμῶσι κατατετμημένοις with regularly cut bandages, (Herdotus Historicus); σπλάγχνα κατατετμημένα (Aristophanes Comicus) ; 2. κ. χώρην ἐς διώρυχ… [STEPBible CC BY]
Kpł 11 Krl 1Iz 1Oz 1
-
Kpł 21,5
LXX · V.FAI3P
καὶ φαλάκρωμα οὐ ξυρηθήσεσθε τὴν κεφαλὴν ἐπὶ νεκρῷ καὶ τὴν ὄψιν τοῦ πώγωνος οὐ ξυρήσονται καὶ ἐπὶ τὰς σάρκας αὐτῶν οὐ κατατεμοῦσιν ἐντομίδας -
1 Krl 18,28
LXX · V.IMI3P
καὶ ἐπεκαλοῦντο ἐν φωνῇ μεγάλῃ καὶ κατετέμνοντο κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν ἐν μαχαίραις καὶ σειρομάσταις ἕως ἐκχύσεως αἵματος ἐπ᾿ αὐτούς -
Iz 15,2
LXX · V.XMPNPM
λυπεῖσθε ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ἀπολεῖται γὰρ καὶ Δηβων οὗ ὁ βωμὸς ὑμῶν ἐκεῖ ἀναβήσεσθε κλαίειν ἐπὶ Ναβαυ τῆς Μωαβίτιδος ὀλολύζετε ἐπὶ πάσης κεφαλῆς φαλάκρωμα πάντες βραχίονες κατατετμημένοι -
Oz 7,14
LXX · V.IMI3P
καὶ οὐκ ἐβόησαν πρός με αἱ καρδίαι αὐτῶν ἀλλ᾿ ἢ ὠλόλυζον ἐν ταῖς κοίταις αὐτῶν ἐπὶ σίτῳ καὶ οἴνῳ κατετέμνοντο ἐπαιδεύθησαν ἐν ἐμοί
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)