G7923 — 2 wystąpień
G7923 · κατασπαταλάω (kataspatalaō) · to live wastefully — to live wantonly, to wanton , [ variant dates Anthology Palantina (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 1Am 1
-
Prz 36,21
LXX · V.PAI3S
ὃς κατασπαταλᾷ ἐκ παιδός οἰκέτης ἔσται ἔσχατον δὲ ὀδυνηθήσεται ἐφ᾿ ἑαυτῷ -
Am 6,4
LXX · V.PAPNPM
οἱ καθεύδοντες ἐπὶ κλινῶν ἐλεφαντίνων καὶ κατασπαταλῶντες ἐπὶ ταῖς στρωμναῖς αὐτῶν καὶ ἔσθοντες ἐρίφους ἐκ ποιμνίων καὶ μοσχάρια ἐκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)