G7912 — 5 wystąpień
G7912 · καταρρήγνυμι (katarrēgnumi) · to break down — 1. to break down , τὴν γέφυραν (Herdotus Historicus); μέλαθρα (Euripides) ; 2. to tear in pieces, rend , (Demosthenes Orator):—;Mid., κατερρήξαντο τοὺς κιθῶνας they rent their coats, (Herdotus Historicus) ; 3. in (Sophocles Tragicus) Ant. … [STEPBible CC BY]
Joz 1Ps 3Prz 1
-
Joz 9,4
LXX · V.XAPAPM
καὶ ἐποίησαν καί γε αὐτοὶ μετὰ πανουργίας καὶ ἐλθόντες ἐπεσιτίσαντο καὶ ἡτοιμάσαντο καὶ λαβόντες σάκκους παλαιοὺς ἐπὶ τῶν ὄνων αὐτῶν καὶ ἀσκοὺς οἴνου παλαιοὺς καὶ κατερρωγότας ἀποδεδεμένους -
Ps 89,45
LXX · V.AAI2S
κατέλυσας ἀπὸ καθαρισμοῦ αὐτόν τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν κατέρραξας -
Ps 145,14
LXX · V.XMPAPM
ὑποστηρίζει κύριος πάντας τοὺς καταπίπτοντας καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατερραγμένους -
Ps 146,8
LXX · V.AMPAPM
κύριος ἀνορθοῖ κατερραγμένους κύριος σοφοῖ τυφλούς κύριος ἀγαπᾷ δικαίους -
Prz 34,9
LXX · V.PMI3S
μύροις καὶ οἴνοις καὶ θυμιάμασιν τέρπεται καρδία καταρρήγνυται δὲ ὑπὸ συμπτωμάτων ψυχή
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)