G7904 — 5 wystąpień
G7904 · καταπτήσσω (kataptēssō) · to awe — 1. to crouch down, to lie crouching or cowering , (Homer) ; 2. with accusative to cower beneath , (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Joz 1Prz 3Syr 1
-
Joz 2,24
LXX · V.XAI3S
καὶ εἶπαν πρὸς Ἰησοῦν ὅτι παρέδωκεν κύριος πᾶσαν τὴν γῆν ἐν χειρὶ ἡμῶν καὶ κατέπτηκεν πᾶς ὁ κατοικῶν τὴν γῆν ἐκείνην ἀφ᾿ ἡμῶν -
Prz 30,30
LXX · V.PAI3S
σκύμνος λέοντος ἰσχυρότερος κτηνῶν ὃς οὐκ ἀποστρέφεται οὐδὲ καταπτήσσει κτῆνος -
Prz 35,14
LXX · V.PAI3S
μακάριος ἀνήρ ὃς καταπτήσσει πάντα δι᾿ εὐλάβειαν ὁ δὲ σκληρὸς τὴν καρδίαν ἐμπεσεῖται κακοῖς -
Prz 36,9
LXX · V.PAI3S
ἀνὴρ σοφὸς κρίνει ἔθνη ἀνὴρ δὲ φαῦλος ὀργιζόμενος καταγελᾶται καὶ οὐ καταπτήσσει -
Syr 32,18
LXX · V.FAI3S
ἀνὴρ βουλῆς οὐ μὴ παρίδῃ διανόημα ἀλλότριος καὶ ὑπερήφανος οὐ καταπτήξει φόβον
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)