G7871 — 3 wystąpień
G7871 · καταλογίζομαι (katalogizomai) · to reckon — 1. Dep. to count up, number, reckon , (Xenophon Historicus); κ. τὸ εὐεργέτημα πρός τινα to put it down to his account , (Demosthenes Orator); καταλογιζέσθω μηδεὶς τοῦθ᾽ ὑμῖν ἐν ἀρετῇ let no one impute it to you as a virtue, (Aeschines Orat… [STEPBible CC BY]
Mdr 1Iz 1Dn 1
-
Mdr 5,5
LXX · V.API3S
πῶς κατελογίσθη ἐν υἱοῖς θεοῦ καὶ ἐν ἁγίοις ὁ κλῆρος αὐτοῦ ἐστιν -
Iz 14,10
LXX · V.API2S
πάντες ἀποκριθήσονται καὶ ἐροῦσίν σοι καὶ σὺ ἑάλως ὥσπερ καὶ ἡμεῖς ἐν ἡμῖν δὲ κατελογίσθης -
Dn 5,17
LXX · V.API3S
τότε Δανιηλ ἔστη κατέναντι τῆς γραφῆς καὶ ἀνέγνω καὶ οὕτως ἀπεκρίθη τῷ βασιλεῖ αὕτη ἡ γραφή ἠρίθμηται κατελογίσθη ἐξῆρται καὶ ἔστη ἡ γράψασα χείρ καὶ αὕτη ἡ σύγκρισις αὐτῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)