G7859 — 3 wystąpień
G7859 · κατακοσμέω (katakosmeō) · to adorn — 1. to set in order, arrange , (Odyssey by Homer) (in Mid.); ἐπὶ νευρῇ κατακόσμει ὀϊστόν was fitting it on the string, (Iliad by Homer) ; 2. to fit out completely, adorn , (Aristophanes Comicus) ; 3. to reduce to order , (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Wj 11 Mch 1Iz 1
-
Wj 39,5
LXX · V.AAI3S
καὶ τοὺς χιλίους ἑπτακοσίους ἑβδομήκοντα πέντε σίκλους ἐποίησαν εἰς τὰς ἀγκύλας τοῖς στύλοις καὶ κατεχρύσωσεν τὰς κεφαλίδας αὐτῶν καὶ κατεκόσμησεν αὐτούς -
1 Mch 4,57
LXX · V.AAI3P
καὶ κατεκόσμησαν τὸ κατὰ πρόσωπον τοῦ ναοῦ στεφάνοις χρυσοῖς καὶ ἀσπιδίσκαις καὶ ἐνεκαίνισαν τὰς πύλας καὶ τὰ παστοφόρια καὶ ἐθύρωσαν αὐτά -
Iz 61,10
LXX · V.AAI3S
καὶ εὐφροσύνῃ εὐφρανθήσονται ἐπὶ κύριον ἀγαλλιάσθω ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ κυρίῳ ἐνέδυσεν γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης ὡς νυμφίῳ περιέθηκέν μοι μίτραν καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέν με κόσμῳ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)