G7840 — 4 wystąpień
G7840 · καταδύω (kataduō) · to descend into — 1. intransitive , in active present καταδύνω and middle καταδύομαι:—; to go down, sink, set , of the sun, ἠέλιος κατέδυ (Iliad by Homer); ἐς ἠέλιον καταδύντα till sun set , (Odyssey by Homer); of ships, to be sunk or rather to be disabled … [STEPBible CC BY]
Wj 1Jr 1Am 1Mi 1
-
Wj 15,5
LXX · V.AAI3P
πόντῳ ἐκάλυψεν αὐτούς κατέδυσαν εἰς βυθὸν ὡσεὶ λίθος -
Jr 28,64
LXX · V.FMI3S
καὶ ἐρεῖς οὕτως καταδύσεται Βαβυλὼν καὶ οὐ μὴ ἀναστῇ ἀπὸ προσώπου τῶν κακῶν ὧν ἐγὼ ἐπάγω ἐπ᾿ αὐτήν -
Am 9,3
LXX · V.AAS3P
ἐὰν ἐγκρυβῶσιν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Καρμήλου ἐκεῖθεν ἐξερευνήσω καὶ λήμψομαι αὐτούς καὶ ἐὰν καταδύσωσιν ἐξ ὀφθαλμῶν μου εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ἐκεῖ ἐντελοῦμαι τῷ δράκοντι καὶ δήξεται αὐτούς -
Mi 7,19
LXX · V.FAI3S
αὐτὸς ἐπιστρέψει καὶ οἰκτιρήσει ἡμᾶς καταδύσει τὰς ἀδικίας ἡμῶν καὶ ἀπορριφήσονται εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης πάσας τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)