G7805 — 3 wystąpień
G7805 · καρπόω (karpoō) · to yield — 1. to bear fruit or bear as fruit , (Aeschulus Tragicus) ; 2. Mid. to get fruit for oneself , i. e., ; 3. to reap crops from land, (Herdotus Historicus): metaphorically to exhaust or drain , τὴν Ἑλλάδα (Aristophanes Comicus) ; 4. to enjoy … [STEPBible CC BY]
Kpł 1Pwt 1Dn 1
-
Kpł 2,11
LXX · V.AAN
πᾶσαν θυσίαν ἣν ἂν προσφέρητε κυρίῳ οὐ ποιήσετε ζυμωτόν πᾶσαν γὰρ ζύμην καὶ πᾶν μέλι οὐ προσοίσετε ἀπ᾿ αὐτοῦ καρπῶσαι κυρίῳ -
Pwt 26,14
LXX · V.AAI1S
καὶ οὐκ ἔφαγον ἐν ὀδύνῃ μου ἀπ᾿ αὐτῶν οὐκ ἐκάρπωσα ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς ἀκάθαρτον οὐκ ἔδωκα ἀπ᾿ αὐτῶν τῷ τεθνηκότι ὑπήκουσα τῆς φωνῆς κυρίου τοῦ θεοῦ μου ἐποίησα καθὰ ἐνετείλω μοι -
Dn 3,38
LXX · V.AAN
καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων καὶ προφήτης οὐδὲ ἡγούμενος οὐδὲ ὁλοκαύτωσις οὐδὲ θυσία οὐδὲ προσφορὰ οὐδὲ θυμίαμα οὐδὲ τόπος τοῦ καρπῶσαι ἐνώπιόν σου καὶ εὑρεῖν ἔλεος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)