G7802 — 2 wystąpień
G7802 · κάρπιμος (karpimos) · fruitful — fruit-bearing, fruitful , (Aeschulus Tragicus), etc.:—; κάρπιμα, τά, fruit-trees or corn-fields , (Aristophanes Comicus); κάρπιμα ἀγαθά property that yields a produce , opposite to ἄκαρπα, (Aristotle Philosopher):—; metaphorically , τῶν ξέ… [STEPBible CC BY]
Rdz 2
-
Rdz 1,11
LXX · A.ASN
καὶ εἶπεν ὁ θεός βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐγένετο οὕτως -
Rdz 1,12
LXX · A.ASN
καὶ ἐξήνεγκεν ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι καλόν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)