G7772 — 3 wystąpień
G7772 · κακουργία (kakourgia) · evil actions — 1. the character and conduct of a κακοῦργος, ill-doing, wickedness, villany, malice , (Odyssey by Homer), etc.; of a horse, viciousness , (Xenophon Historicus) ; 2. in plural malpractices , (Xenophon Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Mch 2Ps 1
-
2 Mch 3,32
LXX · N.ASF
ὕποπτος δὲ γενόμενος ὁ ἀρχιερεὺς μήποτε διάλημψιν ὁ βασιλεὺς σχῇ κακουργίαν τινὰ περὶ τὸν Ἡλιόδωρον ὑπὸ τῶν Ιουδαίων συντετελέσθαι προσήγαγεν θυσίαν ὑπὲρ τῆς τοῦ ἀνδρὸς σωτηρίας -
2 Mch 14,22
LXX · N.NSF
διέταξεν Ιουδας ἐνόπλους ἑτοίμους ἐν τοῖς ἐπικαίροις τόποις μήποτε ἐκ τῶν πολεμίων αἰφνιδίως κακουργία γένηται τὴν ἁρμόζουσαν ἐποιήσαντο κοινολογίαν -
Ps 35,17
LXX · N.GSF
κύριε πότε ἐπόψῃ ἀποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν ἀπὸ λεόντων τὴν μονογενῆ μου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)