G7767 — 4 wystąpień
G7767 · καθυστερέω (kathustereō) · be late — to come far behind , (Plutarch): absolute to be behind-hand , Menand. (ML) [STEPBible CC BY]
Wj 11 Krn 1Syr 2
-
Wj 22,28
LXX · V.FAI2S
ἀπαρχὰς ἅλωνος καὶ ληνοῦ σου οὐ καθυστερήσεις τὰ πρωτότοκα τῶν υἱῶν σου δώσεις ἐμοί -
1 Krn 26,27
LXX · V.AAN
ἃ ἔλαβεν ἐκ τῶν πολέμων καὶ ἐκ τῶν λαφύρων καὶ ἡγίασεν ἀπ᾿ αὐτῶν τοῦ μὴ καθυστερῆσαι τὴν οἰκοδομὴν τοῦ οἴκου τοῦ θεοῦ -
Syr 16,13
LXX · V.FAI3S
οὐκ ἐκφεύξεται ἐν ἁρπάγματι ἁμαρτωλός καὶ οὐ μὴ καθυστερήσει ὑπομονὴ εὐσεβοῦς -
Syr 37,20
LXX · V.FAI3S
ἔστιν σοφιζόμενος ἐν λόγοις μισητός οὗτος πάσης τροφῆς καθυστερήσει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)