G7762 — 2 wystąpień
G7762 · καθομολογέω (kathomologeō) · to promise — 1. to confess or allow , especially to one's detriment, (Plato Philosophus) ; 2. to promise, vow , (Lucian) ; 3. to betroth , (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Wj 2
-
Wj 21,8
LXX · V.AMI3S
ἐὰν μὴ εὐαρεστήσῃ τῷ κυρίῳ αὐτῆς ἣν αὑτῷ καθωμολογήσατο ἀπολυτρώσει αὐτήν ἔθνει δὲ ἀλλοτρίῳ οὐ κύριός ἐστιν πωλεῖν αὐτήν ὅτι ἠθέτησεν ἐν αὐτῇ -
Wj 21,9
LXX · V.AMS3S
ἐὰν δὲ τῷ υἱῷ καθομολογήσηται αὐτήν κατὰ τὸ δικαίωμα τῶν θυγατέρων ποιήσει αὐτῇ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)