G7714 — 5 wystąpień
G7714 · ἱκετεύω (hiketeuō) · to entreat — 1. to approach as a suppliant , ἐπεί σε ἱκέτευσα (Odyssey by Homer); ἐς Πηλῆ= ἱκέτευσε (Iliad by Homer); ἱκ. τινὰ γονάτων or πρὸς γονάτων (Euripides) ; 2. to supplicate, beseech one to do a thing, with accusative et infinitive , (Odyssey b… [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Hi 1Ps 1Mdr 2
-
2 Mch 11,6
LXX · V.PAPASN
ὡς δὲ μετέλαβον οἱ περὶ τὸν Μακκαβαῖον πολιορκοῦντα αὐτὸν τὰ ὀχυρώματα μετὰ ὀδυρμῶν καὶ δακρύων ἱκέτευον σὺν τοῖς ὄχλοις τὸν κύριον ἀγαθὸν ἄγγελον ἀποστεῖλαι πρὸς σωτηρίαν τῷ Ισραηλ -
Hi 19,17
LXX · V.IAI1S
καὶ ἱκέτευον τὴν γυναῖκά μου προσεκαλούμην δὲ κολακεύων υἱοὺς παλλακίδων μου -
Ps 37,7
LXX · V.AAD2S
ὑποτάγηθι τῷ κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν μὴ παραζήλου ἐν τῷ κατευοδουμένῳ ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐν ἀνθρώπῳ ποιοῦντι παρανομίας -
Mdr 13,18
LXX · V.PAI3S
περὶ δὲ ζωῆς τὸ νεκρὸν ἀξιοῖ περὶ δὲ ἐπικουρίας τὸ ἀπειρότατον ἱκετεύει περὶ δὲ ὁδοιπορίας τὸ μηδὲ βάσει χρῆσθαι δυνάμενον -
Mdr 19,3
LXX · V.PAPNPM
ἔτι γὰρ ἐν χερσὶν ἔχοντες τὰ πένθη καὶ προσοδυρόμενοι τάφοις νεκρῶν ἕτερον ἐπεσπάσαντο λογισμὸν ἀνοίας καὶ οὓς ἱκετεύοντες ἐξέβαλον τούτους ὡς φυγάδας ἐδίωκον
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)