G7656 — 3 wystąpień
G7656 · θηρευτής (thēreutēs) · a hunter — a hunter, huntsman , (Iliad by Homer); κυσὶ θηρευτῇσι (Iliad by Homer); also of a fisher , (Herdotus Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 1Syr 1Jr 1
-
Ps 91,3
LXX · N.GPM
ὅτι αὐτὸς ῥύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτῶν καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους -
Syr 11,30
LXX · N.NSM
πέρδιξ θηρευτὴς ἐν καρτάλλῳ οὕτως καρδία ὑπερηφάνου καὶ ὡς ὁ κατάσκοπος ἐπιβλέπει πτῶσιν -
Jr 16,16
LXX · N.APM
ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τοὺς ἁλεεῖς τοὺς πολλούς λέγει κύριος καὶ ἁλιεύσουσιν αὐτούς καὶ μετὰ ταῦτα ἀποστελῶ τοὺς πολλοὺς θηρευτάς καὶ θηρεύσουσιν αὐτοὺς ἐπάνω παντὸς ὄρους καὶ ἐπάνω παντὸς βουνοῦ καὶ ἐκ τῶν τρυμαλιῶν τῶν πετρῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)