G7639 — 5 wystąpień
G7639 · θάλλω (thallō) · to flourish — 1. to bloom, abound, to be luxuriant , of fruit-trees, (Odyssey by Homer), etc.; often in participle perfect τεθηλώς, epic feminine τεθαλυῖα, as adjective , luxuriant, exuberant , (Odyssey by Homer); with accusative cognate , οὐ δένδρε᾽ ἔθ… [STEPBible CC BY]
Rdz 1Hi 1Prz 2Syr 1
-
Rdz 40,10
LXX · V.PAPNSF
ἐν δὲ τῇ ἀμπέλῳ τρεῖς πυθμένες καὶ αὐτὴ θάλλουσα ἀνενηνοχυῖα βλαστούς πέπειροι οἱ βότρυες σταφυλῆς -
Hi 8,11
LXX · V.PAI3S
μὴ θάλλει πάπυρος ἄνευ ὕδατος ἢ ὑψωθήσεται βούτομον ἄνευ πότου -
Prz 15,13
LXX · V.PAI3S
καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει ἐν δὲ λύπαις οὔσης σκυθρωπάζει -
Prz 33,20
LXX · V.PAI3S
ἐν πολλοῖς ξύλοις θάλλει πῦρ ὅπου δὲ οὐκ ἔστιν δίθυμος ἡσυχάζει μάχη -
Syr 14,18
LXX · V.PAPNSN
ὡς φύλλον θάλλον ἐπὶ δένδρου δασέος τὰ μὲν καταβάλλει ἄλλα δὲ φύει οὕτως γενεὰ σαρκὸς καὶ αἵματος ἡ μὲν τελευτᾷ ἑτέρα δὲ γεννᾶται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)