G7638 — 3 wystąpień
G7638 · ἠχώ (ēchō) · an echo — 1. a sound , but properly of a returned sound, echo , (Homeric Hymns), etc. ; 2. generally, a ringing sound , (Sophocles Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 2Mdr 1
-
Hi 4,13
LXX · N.NSF
φόβοι δὲ καὶ ἠχὼ νυκτερινή ἐπιπίπτων φόβος ἐπ᾿ ἀνθρώπους -
Hi 30,4
LXX · V.PAPDSN
οἱ περικλῶντες ἅλιμα ἐπὶ ἠχοῦντι οἵτινες ἅλιμα ἦν αὐτῶν τὰ σῖτα ἄτιμοι δὲ καὶ πεφαυλισμένοι ἐνδεεῖς παντὸς ἀγαθοῦ οἳ καὶ ῥίζας ξύλων ἐμασῶντο ὑπὸ λιμοῦ μεγάλου -
Mdr 17,18
LXX · N.NSF
ἢ σκιρτώντων ζῴων δρόμος ἀθεώρητος ἢ ὠρυομένων ἀπηνεστάτων θηρίων φωνὴ ἢ ἀντανακλωμένη ἐκ κοιλότητος ὀρέων ἠχώ παρέλυεν αὐτοὺς ἐκφοβοῦντα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)