G7637 — 2 wystąpień
G7637 · ἡσυχῇ (hēsuchē) · tranquilly — stilly, quietly, softly, gently , (Pindar); ἔχ᾽ ἡσυχῆ keep quiet , (Plato Philosophus); ἡς. γελάσαι (Plato Philosophus) (ML) [STEPBible CC BY]
Syr 1Iz 1
-
Syr 21,20
LXX · D
μωρὸς ἐν γέλωτι ἀνυψοῖ φωνὴν αὐτοῦ ἀνὴρ δὲ πανοῦργος μόλις ἡσυχῇ μειδιάσει -
Iz 8,6
LXX · D
διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι τὸν λαὸν τοῦτον τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωαμ τὸ πορευόμενον ἡσυχῇ ἀλλὰ βούλεσθαι ἔχειν τὸν Ραασσων καὶ τὸν υἱὸν Ρομελιου βασιλέα ἐφ᾿ ὑμῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)