G7633 — 2 wystąpień
G7633 · ἡνίοχος (hēniochos) · a charioteer — 1. one who holds the reins, a driver, charioteer , opposite to παραιβάτης (the warrior by his side) , (Iliad by Homer) ; 2. generally a chariot-driver , as in the games, (Pindar), attic:—;in (Theognis Elegiacus), a rider. ; 3. metaphorical… [STEPBible CC BY]
1 Krl 12 Krn 1
-
1 Krl 22,34
LXX · N.DSM
καὶ ἐνέτεινεν εἷς τὸ τόξον εὐστόχως καὶ ἐπάταξεν τὸν βασιλέα Ισραηλ ἀνὰ μέσον τοῦ πνεύμονος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θώρακος καὶ εἶπεν τῷ ἡνιόχῳ αὐτοῦ ἐπίστρεψον τὰς χεῖράς σου καὶ ἐξάγαγέ με ἐκ τοῦ πολέμου ὅτι τέτρωμαι -
2 Krn 18,33
LXX · N.DSM
καὶ ἀνὴρ ἐνέτεινεν τόξον εὐστόχως καὶ ἐπάταξεν τὸν βασιλέα Ισραηλ ἀνὰ μέσον τοῦ πνεύμονος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θώρακος καὶ εἶπεν τῷ ἡνιόχῳ ἐπίστρεφε τὴν χεῖρά σου καὶ ἐξάγαγέ με ἐκ τοῦ πολέμου ὅτι ἐπόνεσα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)